|
Έλεγα στον εαυτό μου
“αράδα αράδα λέξη λέξη θα χτίσουμε και μεις μια πέτρινη σκάλα
που εποχές και ψυχές θα ενώσει
στο πιο ψηλό σημείο της λένε πάντα σε περιμένει ένας ήλιος μεσημεριανός και όσο ανεβαίνεις δυο ανήσυχα μάτια στάζοντα θαλασσινό νερό σε κοιτάνε μια πέτρινη σκάλα θα χτίσουμε και μεις στην ακρόπολη της ελπίδας ” άλλο του έλεγα και άλλο είδε το χειρόγραφο απομένει σαν άδειο σπίτι / δακρυσμένα τα έψιλον σκουριασμένα σπαθιά τα ρο / και σε όλο τον κόσμο συνομιλητή δεν βρίσκει / μήτε φίλο μήτε εχθρό γράφω = δίνω τροφή του πελώριου τυφλού μαιάνδρου / στ' ανοιχτά των στίχων ζητώντας επιστροφή / και μου φαίνεται πως στη πόλη του Αλεξάνδρου / λιθοβόλησαν την τελευταία μου αδερφή μα τόσες φωνές ακούω στης γης τα φύλλα / στα ξανθά μου μάρμαρα στο γαλανό αφρό / που ο Έρωτας στρατηγός μου διατάζει μίλα / μίλα, κι ας μην έχεις μήτε φίλο μήτε εχθρό και έως την άκρη του ωκεανού απλώνεται αυτή η ανήμπορη ομιλία απλώνεται η μάταια προσπάθεια της να αγκαλιάσει το άπειρο αξεδίψαστο σαν κι αυτή και τα χείλη συνεχίζουν – στάσου λίγο κοντά μου νιώσε τον σφυγμό της και ύστερα αν θέλεις λιθοβόλησέ με – μπορεί και να με ακούσει η Υπατία από εκεί που την άφησε ο χρυσός αετός του Δία να με ακούσει και να πει - εσύ χαζούλα τι το ήθελες το ατέλειωτο; |