| Μεθυσμένος ντερβίς |
[Jun. 24th, 2008|06:52 pm] |
Κυπαρίσσια και αηδόνια και αέρας της νυχτιάς άσπρη πέτρα, μαύρη πέτρα, πόσο ήπια μη ρωτάς. Τραγουδούσε το ποτήρι αντηχούσε η καρδιά πως το σύμπαν είναι μόνο μία άσβεστη φωτιά απ'το πρόσωπο του Φίλου, όλα τ'άλλα είναι σκιά.
Δεν σ'αγάπησα απόψε δεν σ'αγάπησα εχθές χρόνια τύφλα στο μεθύσι χρόνια τύφλα στις χαρές λέω σ'όλους τους διαβάτες την αλήθεια μου γλυκιά πως το σύμπαν είναι μόνο μία άσβεστη φωτιά απ'το πρόσωπο του Φίλου, όλα τ'άλλα είναι σκιά.
Είμαι μόρτης και αλήτης, ένας άνθρωπος τρελός. Κι ας μη θέλω να θυμάμαι ότι έμαθα μικρός, έχω το χαμόγελό σου και τα λόγια τα παλιά πως το σύμπαν είναι μόνο μία άσβεστη φωτιά απ'το πρόσωπο του Φίλου, όλα τ'άλλα είναι σκιά.
Μεθυσμένος περπατάω βλέπω τάφους θλιβερούς για τον έρωτα ρωτάω τους συντρόφους μου νεκρούς και τα κόκκαλά τους λένε τα στερνά τους μυστικά πως το σύμπαν είναι μόνο μία άσβεστη φωτιά απ'το πρόσωπο του Φίλου, όλα τ'άλλα είναι σκιά.
Οι αχτίδες της Σελήνης τρεμοπαίζουν στα νερά κοιμηθήκανε τ'αηδόνια μες στα φύλλα δροσερά μόνο ένα που σιωπούσε το τραγούδι αρχινά πως το σύμπαν είναι μόνο μία άσβεστη φωτιά απ'το πρόσωπο του Φίλου, όλα τ'άλλα είναι σκιά.
1921
πρωτότυπο
ναι το σκότωσα.-αλλά δεν μεταφράζουμε, ξαναγράφουμε, όπως μας είχε αποδείξει και ο κ. Αλεπουδέλης. |
|
|
| Comments: |
| From: | ectorp@lj |
| Date: | June 29th, 2008 - 01:38 am |
|---|
| | Αχμάτοβας κα ακμεϊστών γωνία. | (Link) |
|
Κάθε δώρο έρχεται από τα μακρυά,από την Αία χρυσόμαλλη,σαν ήλιος ασπίδα .Στη δωρεά σου απαντώ πιό κάτω,σαν αφιέρωση.
Ο πεζός λόγος δεν φτάνει ως εδώ σε ευχαριστώ όμως για τον δικό σου τον έφιππο δεν θέλω να "μελετώ" τα γραπτά σου ούτε μπορώ να το κάνω αλλά σου εύχομαι (έτσι ακριβώς όπως το εύχομαι και στον εαυτό μου) να έρθει μια άνοιξη που ανοίγει
| From: | ectorp@lj |
| Date: | June 29th, 2008 - 01:42 am |
|---|
| | Ζαριά-(στο κρεβάτι της Προζερπίνας) | (Link) |
|
Σκύβω στον πάτο των εικόνων και ένα έγκλημα σηκώνω Δωδωναία στον μυαλάκο τα θεμέλια τα είχαν ραντίσει αίματα, μέλια Ξάπλωσα να μετρήσω του ντερβίση το ανάστημα, είδα κορφή από κυπαρίσι ο άνεμος το είχε συγκλονίσει άμφια ντύθηκε έτοιμο να λειτουργήσει
Κοπή του βράχου, γύρω ασφάκα δίπλα είχε πέσει η πλάκα είχε συλληθεί το κτέριζαν μούσκλια και μαρτυρούσε τα ετεροούσια του είχε δοθεί του νάϊ ο σκοπός στον άξονα είχε δονηθεί του ενός κόσμος ένας και παντοτεινός κόσμος του ονείρου πάντα νωπός
βλέπεις ψηλά δύο αετούς να γράφουν κύκλους σαν κρικέλα που δένει τον άλυσσο του πηγαινέλα αυτόκλητους να πεις ή σταλτούς; Η καρσέλα ταξιδεύει χωρίς φτερό χωρίς πανί, δεξιόστροφα καθ’ ύψος ανέβαινε η σελήνη δρεπάνι κοφτερό που είχε πλύνει του πόντου ο γύψος
έχασε σπίτι βιος στη Δομολεσσά και βγήκε στον Ντουόμο τη δεσσιά ο χρόνος είχε θερίσει τις χορδές της υψωμένης λύρας των κιόνων τέχνη αρχαία των Ιώνων τα πάτησαν βάρβαρες ορδές
«Σμήνος σκνίπας τον κυκλώνει σα μαύρο χιόνι και τον πνίγει η άνοιξη κλείνει αντί ν’ανοίγει ο κόσμος δεν τον μερακλώνει τον παιδεύουν άχαροι πόνοι άλλη μια πίκρα τον πεδικλώνει κι ένα φεγγάρι μισό πεπόνι»
Θα πέσει ζάρι στους ουρανούς από του καιρού τα χέρια κι αν θα πετύχει, ποιούς αριθμούς θα ρίξει μέσα στην καρσέλα
| |