| Αναφιλητό |
Jul. 1st, 2008|08:07 pm |
τι αφήνω στα χέρια σου ένα τίποτα ίσως και μια χούφτα αφρό του πελάγους του Ευξείνου του Άξενου (αλμυρός ασβεστόλιθος κάτασπρο χώμα και κατάμαυρος χρόνος στα γυμνά του αμπέλια. Ω βασίλειο της μίμησης τόσα βέλη αστόχησαν απομένουν κουρέλια της ελάχιστης θέλησης και της μέγιστης θύμησης)
κι ας μην απελευθερωθώ ποτέ από την εξουσία εκείνης της ερήμου της μέσα μου της γύρω μου της πάνω μου - αγαπώ και τις νύχτες όταν σκύβω πάνω από το γραφείο να θυμάσαι δεν κάνω λογαριασμούς αγαπώ κι όταν σιωπώ κι όταν κλαίω - εχώ μάθει πολλά να μετράω όμως δεν ξέρω αλλοπαρμένη θα με πεις και δίκιο θα έχεις όποιος έχει πιει από τον Αχέροντα μια ζωή θα έχει στα χείλη τη γεύση του όποιος έχει αγγίξει τον ήλιο μια ζωή θα είναι τυφλός δίκοπο μαχαίρι η μοίρα μου μια είναι η αιχμή της αλήθειας μου αγάπη και την αγάπη την φωνάζω έρωτα και τον έρωτα τον αποκαλώ αγάπη το πρώτο που έχω ερωτευθεί ήταν ο δρόμος // εσύ ενώ το πρώτο που έχω αγαπήσει ήταν το φως του // εσύ έτσι όπως είμαι πάρε με ή έτσι όπως είμαι σκότωσέ με αγαπώ και αυτό δεν αλλάζει
τι αφήνω στα χέρια σου μόνο άχρηστα όνειρα και ηλίθια στιχάκια λες και κάτι δεν χώρεσε στις σελίδες του Όμηρου - μα πονώ ανασαίνοντας. - και πονάει ο αέρας. ...Το ελάχιστο αίσθημα για το μέγιστο χρέος. |
|