|
“Ο Έλληνας είναι του Φωτός έως θανάτου” - Έκτωρ Έτσι αποχαιρετάς το όνειρο την σημαία του μεγάλου σου ταξιδιού την σημαία σου που έχει γίνει τραπεζομάντιλο και με ένα χαμόγελο λες της καινούργιας αλήθειας σου γεια σου καλώς όρισες ναι σε περίμενα ξέρεις Έτσι φαίνεται τελειώνουν τα χρόνια τα παιδικά μόνο το φως σου αφήνοντας μόνο μια γνώση κρυφή που θα σε ξυπνάει τα μεσάνυχτα λέγοντας σήκω σήκω τόσα σημεία του κόσμου πρόλαβες να ανακαλύψεις τόσα θαύματα να αγγίξεις τόσα πουλιά να ακούσεις θα σου φέρω στυλό και χαρτί θα σου φτιάξω καφέ σήκω σήκω ...χιλιόμετρα κύματα ώρες σταθμοί αγκαλιές όλα φεύγουν το Φως παραμένει το κρατάω και μη θαρρείτε οτι έχει καταστραφεί ήμουν φίλη του Αποσπερίτη και του ήλιου αδερφή μες στου Έρωτα το παλάτι πρωτοφίλησα τη μιλιά του αιώνα μου με αλάτι της στολίζοντας τα μαλλιά το θυμάμαι και ως το τέλος – κι ας μη δέχεσαι να το δεις - θα τρυπάει τη φωνή το βέλος μιας απίστευτης χαραυγής μιας χαμένης καμμένης γης και θα λένε παραμυθάκια για καθάρια γλυκά νερά τα τρελά μου τα φιλαράκια τα φωτάκια μου τα μικρά θα μπερδεύονται τα σοκάκια
και στα χέρια μου αδειανά θα χορεύουνε αλογάκια θαλασσινά.
|